Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025

 

Μιαμέραμέριμνη με λίγο συννεφιά,επήρα τον ηλεκτρικό για το Θησείο

κεκαθημένος όπως πάντοτε σε μια γωνιά

να φεύγω ένοιωθα , να φεύγω μακριά

και κοίταξα στα χέρια μου δυό ράγες, να δώ το παρελθόν

οπού όλοι μαζί εσυρόμαστε ,όλοι μαζί

σαν νάταν το λοιπόν ,το παρελθόν παρόν

για να με πιάσουν όμορφα γέλια και φρικτά

κι ακόμα..

τόσο κοντά το παρελθόν..

κι ειν’ το Θησείο πέραν…

 

                  «Ο Στερνός κοιταγμός»

Βόλτα τον οκτώβρη ,με τ’ αμάξι στο καβούρι

και γυρίζαμε

στερνές κουβέντες χωρισμού

τις σιγοψιθυρίζαμε

με κάποιο τρόπο ,ήθελα να ξέρω , αν θα σε ξαναδώ

χωρίς να το ζητήσω όμως ,χωρίς να εκδηλωθώ

κι όσο η ώρα εκύλαγε,έσφιγγα το τιμόνι

κι αφήναμε τον χρόνο στης σιωπής τ’αμόνι

ελπίζοντας, να σπάσει αυτό το τέμπλο της ντροπής

και να ξαναμονοιάσουμε.

είχαμε ακόμα λίγο χρόνο,ένοιωθα την αντάρα,να κατεβούμε απ’ του εγώ τον θρόνο

ο δρόμος ήταν ανοιχτός..

σε λίγο θ’άρχιζε να βρέχει..ήδη το τζάμι τόδερνε τ’αγιάζι

και λες από μόνο του το πόδι μου

έγειρε και πάτησε το γκάζι.

 

Εάν θα θέλατε να ερευνήσετε τα όρια της απόσχισης

πρέπει να φανταστήτε ένα βρέφος αγέννητο στην μήτρα του

ένας αμανές της αυγής, σε όλο το μήκος του χρόνου

‘’ατρεμές ήτορ’’

Πτυχές,ριπές,πτυχές

όπου σε όλη την αλληλουχία αυτών των εκλάμψεων

αίφνης πέφτει σιωπή

είν’ η χαρά πού αφήνει πίσω της

αλύπητο κενό

 

                                          8

Θυμάμαι ένα απόγευμα απομιμήθηκα έναν κατακρημνισμό, μια πανωλεθρία

γερμένος στο δεξί μου χέρι επάνω  ένοιωθα..ότι δεν είχα τρόπο να γλυτώσω απ’αυτόν

κι έτσι κοιτούσα πίσω απ’τα στόρια,

έναν διαβάτη κι όλα τα μαύρα ταξί να στρίβουν,στην γωνιά του δρόμου..

και τον άδειο τηλεφωνικό θάλαμο

 

Η επανάσταση κατέγινε μοτίβο

σήμερα ,τρίτη ημέρα πού βρέχει, το είδα

κραυγές,συλαλητήρια..μοτίβο

διαζύγια , gay..μοτίβο

η γάτα παραφυλάει να φύγω,

πρωτόγονο μοτίβο

αλλά λέω να την αφήσω νηστική,θα μείνω για πάντα εδώ

να σπάσει το μοτίβο

 

Έι σύ..

Πού περπατάς στ’ακροθαλάσσι,στην αμμουδιά ξυπόλητος,

να ξέρεις

μιάς φτέρνας τ’αποτυπώματα απομείναν..

μέσα στην άμμο τα γυαλιά

τον ράγισες..

πάτησες φύτρες άλλου Ελπιστή,στο περιπλάνημά σου

πλάι στην γαλανή Θάλασσα

       (Ωδή στον Ιάκωβο Μάγιερ)

Θα ήθελα να σας πώ για οράματα

γιά ένα τρελλό άτι (τογοητότουάκου)

σεΣελαικό δρόμο, απ’ τον Βορρά ερχόμασταν

(εκπεπληκώς σ΄αντάμωσα)

μέσα στο Φάος

εδιάβαζες το μόνο μήνυμά μου(στο ήφερνε το χιόνι)

πού σ’ήβρε όπως ακούμπαγες την πλάτη στο κανόνι

σαν ένας χαμένος έρωτας πού πατά μόνο για λίγο

μια σπιθαμή γής

θα ήθελα να σας πω για οράματα

για μια ιδέα,να περιγράψω θαυματα..

πάσσαρα η ψυχή μου να κυλάει στην λιμνοθάλασσα

σ΄εστία ταρσανά

την γράπωσαν τα δίχτυα της ελπίδας

και πίστεψα

πως τάχατις θα ροβολώ παν’ στο νερό

όπως πατώ στο χώμα

 

Τις στάχτες μου ανασκάλευα..

και πού και πού..να..μικρά φουντωμένα κάρβουνα..όπως οι αναμνήσεις .. καίνε

και κάνουν την καρδιά να λαχταράει..

σύννεφα,λόγια,χαρές,χελιδόνια

λύπες