Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

 Γύρευα πρόγνωση...γύρεψα προφητεία

θολή ματιά σ' έκείνο το δελτίο καιρού..πάντοτε λανθασμένο..

αν κι ήταν φορές πού οδήγησα σε καθαρό Ουρανό πρωίας

μετά η Νύχτα μ'έφερε ξανά σαν δουλικό της Θεικής Μανίας

μέχρι να φέξει πάλιν έ..?

να βρέχει ψιχάλες ,καθώς σπέρνει..τα αμίμητα Φωτόνια

όπου κι εγώ εφόρεσα την πιό λαμπρή στολή μου

αυτή με τα γαλόνια..

με τ'ασημένια τα κουμπιά , να ελκύουν τα πρωτόνια

κείθε  που ειναι οι άλλοι ομού με άλλες κι άλλες

λόγια να λένε..λόγια διπλά..λόγια να γίνονται τραμπάλες

ενώ εγώ τους εφέρθηκα Νηστίσιμα

κι όρθιος ελαβώθηκα

εν ολίγοις εσκλαβώθηκα

ότι ήμουν έτοιμος να ιδώ ..αν με χωρά η Υπεραμφιβολία

..να το γιατί...το Τόξο ανεφάνη..,                                                                                                     τ'ουράνιο ..νας' οιωνός ..δεν έχει Υστεροβουλία...

 να σ'Αγαπάω πάρα πάρα πάρα...πάραπολύ

  ον παρατεταμένο..




Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2025

 Κοίταξα το συντριβανάκι

δώρο του φίλου μου του Χάρη

σαν πρωτοέμπαινα σ΄ εκείνο το μακρύ της θλίψης το δρομάκι

τι κι αν τον τοίχο πίσω μου, στο χρώμα του Ουρανού τον έβαψα τα μάτια ν'αναπαύσει

τι κι αν το γιόμιζα νεράκι(με ρεύμα ηλεκτρικό λειτούργαε το ζεν συντριβανάκι)

ήρθε η στιγμή που μέσα μου την είχα προδιαγράψει

όπου έπαψε , εσίγησε ο ήχος του                                                                                                                 το κελαρυσματάκι

έγινε αιτία κι αφορμή

απότιστες τις αναμνήσεις ν'αφήνει..

 αφού το Ζεν συντριβανάκι δεν βγάνει πιά νερό,

 άφετ' Όνειρο να έβρει μόνο του  την εχαμένη Κρήνη

πάντοτε να διψάει..

αν θές

Αθάνατο νερό να  πίνει..



                                                                        




 

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

                                                                  '' Fla'' ( της Χριστίνας)


Είναι δεν είναι ..αργά ..

ίσως κατανοήσεις

την ριζική ψευδαίσθηση, προτού  να την ορίσεις

πάντα υπήρχε , βιάζεται..

έτσι σ'άφησε  ολόκληρη Ζωή να μην της απαντήσεις

δόλωμα μεσ' τον ποταμό ,να ο Ψαράς 'λοχεύει

εκείνο που με μάγεψε τώρα μακριά μου φεύγει

μονάχος όπου εξάπλωσα 'το το λευκό σεντόνι

λυτός

να θέλω .. να θέλω ..να ποθώ

να νοιώσω την ανάσα μου να ειν' ορφανεμένη                                                                                         και μέσα στην ορφάνια της Ολοκληρωμένη

να λείψει τ'αγκομαχητό που φέρνει η αγωνία

μήτε έχει κώχη να κρυφτώ, ουτε καμμιά γωνία

αυτό το Τέλος πού έσμιξε με την Αρχή 

 όμοουσία

τώρα όλα μα όλα  μου εφαντάζουνε 

όπως στο στήθος μου αβάσταχτα κοχλάζουνε                                                                                            όλα ..ότι ήξερα ως τώρα..  

εκοχλάζουνε..

εν πλήρει απουσία..




Πέμπτη 7 Αυγούστου 2025

 Δεν κατακτάται..

το επίστεψα κι ησύχασα , 

να ξέρετε όμως δεν με νοιάζει πιά

όπου ενθυμούμαι όλα εξεκινήσαν..με εθυμάμαι άγρια να διψώ..

(το επροξενούσε ο τρόπος μου να ζώ)

στα σύνορα της παλινδρόμησής μου(του Γένους μεν του Πατρικού αλλά και της Φυλής μου)

απ' το κατώι έως το ταβάνι

κείθεν πού  ο Νόας θελει να φθάνει

ποτέ δεν ξέρει ..αν θα προφθάνει                                                                                                              μέχρι να έρθει  η πρώτη Κρίση

στο συναπάντημα τ΄απρόσωπου  γρίφου

να μην ξεφύγει..μην τον αφήσει.. να μην λυθεί

να κάνει τάχατις  πως δεν προφθάνει..

δεν ανασαίνεται τούτη η βία

όλη η Ζωή μου μιά Τρικυμία

σαν σβούρα ...το είδα.. μ' ολοκυκλώνει

να...!!

 η φιγούρα 'νος φίλου χαμένου

να με ρωτάει αν τι θε ν'αλλάξω..

-Δεν θέλω τίποτα να το αλλάξω, 

ίσως μόνον τον Χρόνο ..θε να πειράξω

το Μέγα το ψέμμα ... τ'αληθινό του

Ααα..ζητάει η Καρδιά μου..να το παράχαράξω..

ομοούσια μέσα μου..

κτυπάει η καρδιά μου...



 

Ένα παγκάκι και ένα τραίνο

ένα αγόρι ,,μόνο σωπαίνω

μία ανάμνηση ,,δεν την θυμάσαι

δεν είναι ανάμνηση ..να μην λυπάσαι

κενό παγκάκι, φευγάτο τραίνο

 πάει τ'αγόρι ,μονο ανασαίνω

ρυθμός βαστάει  την δύναμή μας

όπως η πείνα της άδειας Ψυχής μας

τύμπανο κρούει το σύμπαν χορεύει

να ο Γητευτής αυτόνε μαγεύει

ο αρχέγονος γόνος  

του γενους ο Χρόνος

είναι  μακρόσυρτος κι  αργός ο πόνος

  μοιαζει μ' ανάμνηση που δεν θυμάσαι                                                                        χ

σαν ένα αγόρι ..φευγάτο τραίνο

μετρά τον χρόνο με πασατέμπο

ως νάρθει η ώρα 

να μην λυπάσαι

να ολοκυκλώσει τούτο το τέμπο.


Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

                                          '' Τής Εύας''

Γιά μια στιγμή επίστεψα ,ότι ίσως και να σε είχα χάσει

και βγάναν λεπίδια του Χρόνου τα λεπτά

με γλυκοχαρακώναν..

όπου άνοιξες πάλι την πόρτα της φυγής 

αυτήν που είχες εμπάσει..

να θες να μην ξανάρθεις..

ενώ τα μάτια σου έλεγαν..

''δεν θα σε ξαναφήσω μόνο πιά..

την μπλούζα σου  έχω ράψει..

                                                          ''Της ΑγιαΦωτιάς''


Ξύπνα ..τ'αστέρια είναι χαμός

κι ανασηκώθηκα κι έγειρα στους αγκώνες το κορμί,το παθιασμένο απ' τον λίβα τον καφτό

καίκαιγε ακόμα η δικιά μου η φωτιά και μιάλλη παραπέρα..

ο παφλασμός ,της θάλασσας τα κύματα...κι αυτός πυρωτικός

και φλέγομαι..

τα χέρια μου στα βότσαλα κρυμμένα

χέρια βαστούν μαντηλια ιδρωμένα

κοιτώ τον μαύρο ορίζοντα, ξυπνώ.. τ'αστέρια είν' χαμός

μιά με το ζόρι Υπάρχω, να έβγω απ' τον Λαβύρινθο ποθώ

Θεέ μου μούδωσες   του  'Ονείρου το αληθινό μυρωδικό

(το λεπτεπίλεπτο άρωμα της ανταύγειας του κορμιού σου)

σαν ένα αστέρι κι αυτό

Φλεγόταν πλάι μου...


 Ένα πρωινό με λαμπρό Ήλιο ,ξεκίνησα να πάω να ιδώ την πέτρα του Φιλάρετου

μόλις επέστρεψε αυτός απ' τις Ινδίες κι όλο την χαρχαλούσε στην παλάμη του

κι εσκέφτονταν πως ίσως και νάτανε ρουμπίνι

κατά πως 'κείνος είχε κρίνει..

μετά έφυγα

γιατί με συνεπήρε λυπηρά μιά σκέψη για την Πατρίδα μου

την φωτεινή ολονώνε μας την Πέτρα

με τ'αγιασμένα πετραδάκια της..

aqua marine..η Πέτρα του Φιλάρετου

τα χαλικάκια της..

και σκαρφάλωσα ψηλά στην Πεντέλη

να δώ την Ζέα , να δώ την Θάλασσα

να ξεχαστώ ,γιά ότι με κόφτει ,γιά ότι με στεναχωρεί

να μην με νοιάζει 

αφού  οι Πούστηδες μολύναν 

εκείνο πού την  Μνήμη μας αγιάζει..



Σημείωσις                                                                                                                                                                                                      Η λέξη πούστης αναφέρεται σε αυτόν πού είναι στην Ψυχή πούστης


,

 Στο τραπέζι καθισμένοι έπαιζαν χαρτιά

και ως τα δόντια έβριζαν

κι όπως τζογάραν τις ζωές μας ξέγραφαν

και μετά κάτι έγραφαν και πάλι ξέγραφαν

σε κύκλο τρόμου εκάθονταν ,οι αναίσχυντοι Δανδήδες

μεταξωτοί ειν' οι Λούληδες ,ψεύτες ειν' οι Ντιντήδες

γιάυτό Ρηγάδες δεν τούς προσκυνάν', δεν γνοιάζονται οι Ντάμες

μα ούτε εκείνοι γνοιάζονται..χρεία έχουν Βαλέδες..

αυτό...

και φτάνει πού είναι ..Δανδήδες..

 Σέ ανοιχτό παράθυρο στεκόμουν ,τότε που καπνίζαμε στα τραίνα

άλλες φωνές ,καπνιά κι άδεια πακέτα από τσιγάρα στο πάτωμα ριγμένα

κι έγειρα λίγο για να δώ εσένα,

απ' τ' ανοιχτό παράθυρο φαινόσουν δυό βήματα πιό πέρα

κι ούτε εμίλησα

μόνο αναστέναξα

τώρα 

την τελευταία στιγμή ακόμα

ανέπνεα τον ίδιο αέρα...

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

 Γράφε..να γράφεις  γράμματα..και όσο θέλεις πάλευε..

σε δρόμους με οδοφράγματα ν'αλλάξουν ίσως τα πράγματα

πετούμενα τ' οράματα , αφήσαν πίσω τα ξεσκισμένα ράμματα

της φορεσιάς ,όπου έντυνε τα θαύματα

αυτά που  τα'βλεπες οράματα 

προτού τα κάνεις γράμματα

ολούθενες να διαλαλούν

την έννοια του Δημιουργου για εμάς, τ' ανθρώπινα αποβράσματα

που αναζητούνε θαύματα..αλλοιως,μα πως..?..θα εμπιστευθώ τα πράγματα..

τελειώσανε τα γέλια και τα κλάμματα

εστέρεψαν  και στις πηγές τα νάματα

Λέω ,αν ζω κάπου εκεί θα είμαι κι εγώ

να γράψω γράμματα όρθιος τα χαράματα αγκαλιά επιτέλους με την στιγμη που μου ήρθανε τα κλάμματα

χαράματα αντίκρυσα όλους , μα όλους τους φίλους μου κατάματα 

στο αίμα μας  ζούν τα Τάματα




 Ένα  φρούτο ειν' το Μάνγκο , ένα ξεχασμένο Τάνγκο

μέταλλο βαρεί στ' αυτί , ειν' το άτι μου καλπάζει ,που έχει σιδερένια οπλή

μ'εταξίδεψε στον Χρόνο ,πήρα απόφαση τρελλή

άφησα να με μαγέψει μια σειρήνα ονειρική.....

βάλε κόπο ,δώσε οργή  την μοιραία την στιγμή

αν μου είν' γραφτό να γείρω , γαντζωμένο με κρατεί

τούτη  η  χαίτη η πυρρωτή....

Άιντε δώσε να διαβούμε ούλη την μαγεία αυτή

άλλο  λίγο ..νά κι οι φτέρες...

το ρυάκι το κρυφό

εκοντέψανε οι μέρες 

θε να πιείς Καλό Νερό...

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2025

 Τράβηξα το χειρόφρενο έως το τέρμα, καθώς η κούρσα ήτο αδύνατον να έβγει απ΄ το τέλμα

αφού άλλος κανείς δεν ήρθε να βοηθήσει, μας είχε ο βούρκος πράγματι ολότελα κολλήσει

με μιά δρασκελιά προσπέρασα το ρήγμα του παρόντος 

καί μεσ' το χώμα έκρυψα τα ματωμένα χέρια

γονατιστός  'νειρεύτηκα  κάτω από τα αστέρια

καθώς ήταν το τόσο όμορφο σεργιάνι μεσ' τη Νύχτα

τόσο όμορφο το σεργιάνι  ....

που λες και τρέχει μόνη της η κούρσα μεσ' τη Νύχτα

όταν το κάθετι βυζαίνει τον Χρόνο του

όταν το στόμα ψάχνει  την θηλή  

χωρίς να το ξέρει

να  βυζάξει

τον Πόνο του


Σάββατο 7 Ιουνίου 2025

 Σαν θραύσματα έπεσαν από τον Ουρανό,  εκλείδωσανμε ελάσματα και ρεύμα ηλεκτρικό 'διαπέρασένμε

όμως μαστός είμαι κι αρμέγομαι κι όπου σταθώ το Φως ορέγομαι

ως την στιγμή που εστείλαν...Τ ά ν κ

πλέον γυρεύω τρόπο να μην τους φοβηθώ

σκανδάλη πιέζω σε αντιαρματικό ,μα ακολουθάει τόσο μα τόσο Πεζικό..

Έτσι ,λέω Παναγιά καθάρθηκα και κάνω τον σταυρό

μονάχος μ'άλλους έστερξα της μάχης τον ντορό

την ώρα όπου προσμέναμε με στήθια ανοιχτά

αναίμακτη  του Φοίβου την τοξοβολιά

με μιά σαιτεμένη μαστοριά...αυτός να μας ξεκάνει..


ζ

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2025

 Καιρό πολύ επερπάταγες στο έρμο παραδρόμι

ηθέλησες μέσα σου να ιδείς ,πως ειν' το να μην έχεις γνώμη

και ότι άλλο σε βαστάει εδώ πού δεν υπάρχουν νόμοι

..και τα σκυλιά αλυχτάν..

εκείθεν ήρθαν, όπου εδιάβαινες 

κι απέμειναν σαράντα, σαράντα ημερόνυχτα ξάγρυπνος θάσαι ακόμα

γιαυτήν την νέα αίσθηση , τ'αφράτο της το χώμα...

απ'εκείνους ήρθαν , εχύμηξαν..

θε να σου φάν ' το σώμα..


 Άφησα τα παραθύρια μ' ανοιχτά στ' αγέρι δροσοχάδι

όπου κι αν στρέψω το βλέμμα σαν θωρώ, τα φώτα τάσβηνε ένα χέρι κάθε βράδυ

φέρνω ένα γύρο στο παλιό το χώλ, απ' αυτό που λένε σκυριανό τραπέζι

είναι το βήμα μου απερίσκεπτο ,δεν το βαστώ

κι ειν' το χαλί στο πάτωμα το μισοδιπλωμένο , στο παραλίγο να έσπαγα το γαλάζιο μπώλ

γρήγορα σκύβω κι επρόκανα και σώνω,μια τελευταία φευγαλέα ματιά

σ'όλους αυτούς που με κοιτούν απ' το περβάζι

μα δεν με βλέπουν

να θέλω 'γω  έ τώρανες να τους μιλώ

κι ας μην μ'ακούν

άφησα τα παραθύρια μ' ανοιχτά 

τα λόγια μου τα τρώει το σκοτάδι





Πέμπτη 10 Απριλίου 2025

 Είναι ένα όν,

 'μπουσούλαγε τυφλό μέσα στο σκότος

, τον ξένο μόχθο οσμίστηκε

 νυχτόβιο παλεύει

με ό τι όπλο του έδωκε ο Πλάστης ,το γένος του

πιστά να θεραπεύει

Και είναι ετούτη η στιγμή ,μονάχη και ερημική

όπου ως και ο Ποιητής το χείλι δεν σαλεύει

γιατί ψηλά αν πετάει ο Αητός, γλυκά αν λαλεί το αηδόνι

τρόπο δεν έχει, δεν έχει οιρμό

γιά να το τραγουδήσει 

είναι η στιγμή  να γεύεται και ο φτωχός

την   ομορφιά όπου ο Θεός  έχει του χαρίσει

έτσι του Κόσμου τα όντα όλα γνοιάζονται

'τα οπού ζούν την 'μέρα

κι άλλα 

άμα δεν γίνεται αλλοιώς ,ύπουλα παραμέρα

παραφυλάν την σιγουριά

(κορδώνει, καμαρώνει)

γλύτωσε μιά  ,γλύτωσε δυό

ξεθάρρεψε..να !! το σχοινί τεντώνει..

Δείξμου το Τέλος του ουρανού..

Πές...που η ματιά τελειώνει..

ότι κι αν είσαι.Φράγκος 'η Ρωμηός


είναι η Ελπίς 'τη που γεννά 'κείνο που εσε 'κυκλώνει'..

Αυτή...κι αν το εννόησες

άλλη η γενιά  ο ποντικός ...άλλη το χελιδόνι..


Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

 'Τής Μίννας'' 

Φιγούρα μοναχή , γυναίκα μόνη

ελύθη στον λαιμό σου το μαντήλι                                                                                                                        

μέσα στην νύχτα,μέσα στην βροχή

τ’άφησες ν’ανεμίζει

 

ολολυγμούσες χάνονται οι παλιές αγάπες στού χρόνου την αχλή

κι είναι το «χάσιμο» αυτό, πού μας κεντρίζει

 

Νοιώθω στο μέτωπο..

σάν μια σταγόνα ,επάνω του,εστάθηκε η Στιγμή

και είναι βέβαιο πως δεν ξαναγυρίζει                          

 

Είχα την μύχια αίσθηση ,πως ήμουν σε παγίδα

καθώς εβάδιζα σκυφτός μέσα στην καταιγίδα

στον ώμο μου ακούμπησε απρόσμενα ένα φύλλο

σε μια στιγμή όταν τόνοιωσα γύρισα και το είδα

αφού ο χυμός εστέρεψε άλλο δεν έχει ζήλο

η δύναμή του τέλεψε,  σπάει του το κοτσάνι

τρέχει  ο  διαβάτης, βροντάει μιά φωτεινιά λιακάδα να προφτάνει                                                                                                                  

.

 

Μ’ άδεια φαρέτρα κυνηγώ έναν σκοπό

χοχλάζει η ώρα καρτεράω τον ατμό

μεσ’ την νυχτιά πλανιέσαι αστέρι μου λαμπρό

μα εγώ είμαι εδώ,για να σε δώ

έχω το φώς σβηστό

 

‘Όλα διεκδικούν με μια προαίρεση

ο κισσός,να μην ακουμπά στο έδαφος

πλάι στην μουριά…δεν λιάζεται ..να θεραπεύεται στον Ήλιο..

και εμέ ν’αναρριγώ στον Ήλιο, στην κούνια όπως γλυστράω

και κάτι να ....

    κάτι να..με κουνά


 

Κάποτε αντίκρυσα ένα πρόσωπο απελπισμένο

μόνο στην άκρη των χειλιών μία ρυτίδα,

μονάχα αυτή εμαρτύρα,ότι εστέρεψε καί η τελευταία ελπίδα

γιατί τον άλλο κόσμο πού έκτισα τής ατέρμονης φυγής

 ο ίδιος τον κατέστρεψα

καί έτσι τώρα δεν έχω

 μήτε κόσμο μήτε ελπίδα

 

Μια χαραμάδα ειν΄η ηδονή

της λήθης την πόρτα ανοίγεις εσύ

μικρό κορίτσι πού παίζεις στην αυλή

γλυστρούν τα χαλίκια μην τρέχεις πολύ

ιδρώτας,παιχνίδι ,ιδρώτας και φώς

από το στόμα μου ‘εβγαινε του Μάντη ο αχνός

ειν΄τα μελλούμενα θολός υδρατμός,πού

τα εχάραξα

πάνω στο τζάμι

σαν σήματα μόρς  

 

‘’Του Βάγγου’’

Κοιτούσα νότια ,όταν είδα το παιδί ν΄άνεβαίνει στον λόφο

Τα μέρη ήσαν τα ίδια τα γνωστά,σαν διαβασμένα γράμματα ξεχασμένα στο συρτάρι

η καταιγίδα είχε πλέον κοπάσει..

Τρικυμισμένο πέλαγο στον Νού ,άγουρο λάδι η θάλασσα του μικρού Πατραικού

σαν ασπροπούλια πέταξαν τα λόγια τα γραφτά και φτάσαν, εφυσομάνιαξαν της νιότης τα πανιά

κι ας μην τα ορμήνεψες

κοιτούσα νότια όταν είδα ένα παιδί ν’ανεβαίνει στον λόφο

 

 

Χαράματα για σένα βρέθηκα σε τόπο μακρινό

μα την αλήθεια ,οδοιπόρος να σε αναζητώ

 Κι Εδίψασα….

πήγα να πιώ απ' το νερό εκείνο  το μοιραίο

αχ..νάξερες πόσο σού έμοιαζε, το κορίτσι αυτό το ωραίο

σαν ΄ηρθε και με εδρόσισε,πως εκράτα το ποτήρι

την ώρα πού τάχα κοίταγα ,την πιο βαθιά ρωγμή στην οροφή

κελάρυσε το συντριβάνι στην πλατεία

την έσχατη μου ομολογία

(τόσο αληθινή ,όσο του κοριτσιού η γοητεία)

πώς σε είκοσι χρόνια θα σε θυμηθώ

και ποιος ξέρει ..ίσως μια μέρα να σε ξανάβρω

 

Ένα βιβλίο, το έχω χάσει

είχα έναν φίλο πού πιά δεν ζεί

Από μια εποχή πού έχω ξεχάσει

 τον εφωνάζαν Σοφοκλή

Ρεμπώ , μπακούνιν , Νάπολι, Τζάνις τζόπλιν και Σουλτσάβα

Αν ήντουσαν ηφαίστιο θάλειωναν σαν την λάβα

 

Ένα παλληκάρι σκεπτικό στα είκοσιτρία

καθόταν σκεπτικό στ’ αμάξι του, παρκαρισμένο στα τείχη

έξω απ’ την Τροία..

και βέβαια ,τι κι αν το πίστευε αυτό ,δεν έπαυε να είν’ μια φαντασία

κάτι πού μέσα του ήξερε καλά και τόχε για παιχνίδι

πως όλοι οι φίλοι επίστευαν

ότι φευγάτος ήταν ήδη..

και όταν τον έπιανε του φόβου η βράση

απ΄όλους μόνο ο Σώτος ΄ρχότανε

και τούλεγε

μείνε, μείνε σ’αυτήν την φάση

 

Δυό φίλοι απέναντι σε μια σκακιέρα

Με το αριστερό χέρι στηρίζει ο ένας το πηγούνι κι ο άλλος βλοσυρά κοιτάζει εμπρός το πιόνι

Είναι η ώρα του να παίξει

γιαυτό δεν στηρίζεται..σκέπτεται

ενώ ο άλλος περιμένει την ατέλειωτη παρτίδα

θρύψαλα γίναν όλα..εμείς..η σκακιέρα

και το πιόνι σκόνη

έφυγες προτού να σε νικήσω

έχασα

κι ακουμπώ το χέρι στο πηγούνι

κι ‘ολο νοσταλγώ

 

Μεγάλο φεγγάρι σε λίγο θα φέξει

Και μετά λόγια ,τραγούδια και γιορτή

γιά τα παρόντα και τα μελλούμενα

τα πρόσωπα φαντάζουν θαμνώδη στις φωτιές πού κοπάζουν

η αρμύρα ταξιδεύει, η τύχη αναδεύει

τα σύννεφα γλυστρούν στον ουρανό πού γελάει

ψηλά από το παιδί πού κυλάει

για ‘κεί πού το παν

σφιχτό ρουλεμάν

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025

 

Μιαμέραμέριμνη με λίγο συννεφιά,επήρα τον ηλεκτρικό για το Θησείο

κεκαθημένος όπως πάντοτε σε μια γωνιά

να φεύγω ένοιωθα , να φεύγω μακριά

και κοίταξα στα χέρια μου δυό ράγες, να δώ το παρελθόν

οπού όλοι μαζί εσυρόμαστε ,όλοι μαζί

σαν νάταν το λοιπόν ,το παρελθόν παρόν

για να με πιάσουν όμορφα γέλια και φρικτά

κι ακόμα..

τόσο κοντά το παρελθόν..

κι ειν’ το Θησείο πέραν…

 

                  «Ο Στερνός κοιταγμός»

Βόλτα τον οκτώβρη ,με τ’ αμάξι στο καβούρι

και γυρίζαμε

στερνές κουβέντες χωρισμού

τις σιγοψιθυρίζαμε

με κάποιο τρόπο ,ήθελα να ξέρω , αν θα σε ξαναδώ

χωρίς να το ζητήσω όμως ,χωρίς να εκδηλωθώ

κι όσο η ώρα εκύλαγε,έσφιγγα το τιμόνι

κι αφήναμε τον χρόνο στης σιωπής τ’αμόνι

ελπίζοντας, να σπάσει αυτό το τέμπλο της ντροπής

και να ξαναμονοιάσουμε.

είχαμε ακόμα λίγο χρόνο,ένοιωθα την αντάρα,να κατεβούμε απ’ του εγώ τον θρόνο

ο δρόμος ήταν ανοιχτός..

σε λίγο θ’άρχιζε να βρέχει..ήδη το τζάμι τόδερνε τ’αγιάζι

και λες από μόνο του το πόδι μου

έγειρε και πάτησε το γκάζι.

 

Εάν θα θέλατε να ερευνήσετε τα όρια της απόσχισης

πρέπει να φανταστήτε ένα βρέφος αγέννητο στην μήτρα του

ένας αμανές της αυγής, σε όλο το μήκος του χρόνου

‘’ατρεμές ήτορ’’

Πτυχές,ριπές,πτυχές

όπου σε όλη την αλληλουχία αυτών των εκλάμψεων

αίφνης πέφτει σιωπή

είν’ η χαρά πού αφήνει πίσω της

αλύπητο κενό

 

                                          8

Θυμάμαι ένα απόγευμα απομιμήθηκα έναν κατακρημνισμό, μια πανωλεθρία

γερμένος στο δεξί μου χέρι επάνω  ένοιωθα..ότι δεν είχα τρόπο να γλυτώσω απ’αυτόν

κι έτσι κοιτούσα πίσω απ’τα στόρια,

έναν διαβάτη κι όλα τα μαύρα ταξί να στρίβουν,στην γωνιά του δρόμου..

και τον άδειο τηλεφωνικό θάλαμο

 

Η επανάσταση κατέγινε μοτίβο

σήμερα ,τρίτη ημέρα πού βρέχει, το είδα

κραυγές,συλαλητήρια..μοτίβο

διαζύγια , gay..μοτίβο

η γάτα παραφυλάει να φύγω,

πρωτόγονο μοτίβο

αλλά λέω να την αφήσω νηστική,θα μείνω για πάντα εδώ

να σπάσει το μοτίβο