Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025

                                          '' Τής Εύας''

Γιά μια στιγμή επίστεψα ,ότι ίσως και να σε είχα χάσει

και βγάναν λεπίδια του Χρόνου τα λεπτά

με γλυκοχαρακώναν..

όπου άνοιξες πάλι την πόρτα της φυγής 

αυτήν που είχες εμπάσει..

να θες να μην ξανάρθεις..

ενώ τα μάτια σου έλεγαν..

''δεν θα σε ξαναφήσω μόνο πιά..

την μπλούζα σου  έχω ράψει..

                                                          ''Της ΑγιαΦωτιάς''


Ξύπνα ..τ'αστέρια είναι χαμός

κι ανασηκώθηκα κι έγειρα στους αγκώνες το κορμί,το παθιασμένο απ' τον λίβα τον καφτό

καίκαιγε ακόμα η δικιά μου η φωτιά και μιάλλη παραπέρα..

ο παφλασμός ,της θάλασσας τα κύματα...κι αυτός πυρωτικός

και φλέγομαι..

τα χέρια μου στα βότσαλα κρυμμένα

χέρια βαστούν μαντηλια ιδρωμένα

κοιτώ τον μαύρο ορίζοντα, ξυπνώ.. τ'αστέρια είν' χαμός

μιά με το ζόρι Υπάρχω, να έβγω απ' τον Λαβύρινθο ποθώ

Θεέ μου μούδωσες   του  'Ονείρου το αληθινό μυρωδικό

(το λεπτεπίλεπτο άρωμα της ανταύγειας του κορμιού σου)

σαν ένα αστέρι κι αυτό

Φλεγόταν πλάι μου...


 Ένα πρωινό με λαμπρό Ήλιο ,ξεκίνησα να πάω να ιδώ την πέτρα του Φιλάρετου

μόλις επέστρεψε αυτός απ' τις Ινδίες κι όλο την χαρχαλούσε στην παλάμη του

κι εσκέφτονταν πως ίσως και νάτανε ρουμπίνι

κατά πως 'κείνος είχε κρίνει..

μετά έφυγα

γιατί με συνεπήρε λυπηρά μιά σκέψη για την Πατρίδα μου

την φωτεινή ολονώνε μας την Πέτρα

με τ'αγιασμένα πετραδάκια της..

aqua marine..η Πέτρα του Φιλάρετου

τα χαλικάκια της..

και σκαρφάλωσα ψηλά στην Πεντέλη

να δώ την Ζέα , να δώ την Θάλασσα

να ξεχαστώ ,γιά ότι με κόφτει ,γιά ότι με στεναχωρεί

να μην με νοιάζει 

αφού  οι Πούστηδες μολύναν 

εκείνο πού την  Μνήμη μας αγιάζει..



Σημείωσις                                                                                                                                                                                                      Η λέξη πούστης αναφέρεται σε αυτόν πού είναι στην Ψυχή πούστης


,

 Στο τραπέζι καθισμένοι έπαιζαν χαρτιά

και ως τα δόντια έβριζαν

κι όπως τζογάραν τις ζωές μας ξέγραφαν

και μετά κάτι έγραφαν και πάλι ξέγραφαν

σε κύκλο τρόμου εκάθονταν ,οι αναίσχυντοι Δανδήδες

μεταξωτοί ειν' οι Λούληδες ,ψεύτες ειν' οι Ντιντήδες

γιάυτό Ρηγάδες δεν τούς προσκυνάν', δεν γνοιάζονται οι Ντάμες

μα ούτε εκείνοι γνοιάζονται..χρεία έχουν Βαλέδες..

αυτό...

και φτάνει πού είναι ..Δανδήδες..

 Σέ ανοιχτό παράθυρο στεκόμουν ,τότε που καπνίζαμε στα τραίνα

άλλες φωνές ,καπνιά κι άδεια πακέτα από τσιγάρα στο πάτωμα ριγμένα

κι έγειρα λίγο για να δώ εσένα,

απ' τ' ανοιχτό παράθυρο φαινόσουν δυό βήματα πιό πέρα

κι ούτε εμίλησα

μόνο αναστέναξα

τώρα 

την τελευταία στιγμή ακόμα

ανέπνεα τον ίδιο αέρα...