Πέμπτη 10 Απριλίου 2025

 Είναι ένα όν,

 'μπουσούλαγε τυφλό μέσα στο σκότος

, τον ξένο μόχθο οσμίστηκε

 νυχτόβιο παλεύει

με ό τι όπλο του έδωκε ο Πλάστης ,το γένος του

πιστά να θεραπεύει

Και είναι ετούτη η στιγμή ,μονάχη και ερημική

όπου ως και ο Ποιητής το χείλι δεν σαλεύει

γιατί ψηλά αν πετάει ο Αητός, γλυκά αν λαλεί το αηδόνι

τρόπο δεν έχει, δεν έχει οιρμό

γιά να το τραγουδήσει 

είναι η στιγμή  να γεύεται και ο φτωχός

την   ομορφιά όπου ο Θεός  έχει του χαρίσει

έτσι του Κόσμου τα όντα όλα γνοιάζονται

'τα οπού ζούν την 'μέρα

κι άλλα 

άμα δεν γίνεται αλλοιώς ,ύπουλα παραμέρα

παραφυλάν την σιγουριά

(κορδώνει, καμαρώνει)

γλύτωσε μιά  ,γλύτωσε δυό

ξεθάρρεψε..να !! το σχοινί τεντώνει..

Δείξμου το Τέλος του ουρανού..

Πές...που η ματιά τελειώνει..

ότι κι αν είσαι.Φράγκος 'η Ρωμηός


είναι η Ελπίς 'τη που γεννά 'κείνο που εσε 'κυκλώνει'..

Αυτή...κι αν το εννόησες

άλλη η γενιά  ο ποντικός ...άλλη το χελιδόνι..


Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

 'Τής Μίννας'' 

Φιγούρα μοναχή , γυναίκα μόνη

ελύθη στον λαιμό σου το μαντήλι                                                                                                                        

μέσα στην νύχτα,μέσα στην βροχή

τ’άφησες ν’ανεμίζει

 

ολολυγμούσες χάνονται οι παλιές αγάπες στού χρόνου την αχλή

κι είναι το «χάσιμο» αυτό, πού μας κεντρίζει

 

Νοιώθω στο μέτωπο..

σάν μια σταγόνα ,επάνω του,εστάθηκε η Στιγμή

και είναι βέβαιο πως δεν ξαναγυρίζει                          

 

Είχα την μύχια αίσθηση ,πως ήμουν σε παγίδα

καθώς εβάδιζα σκυφτός μέσα στην καταιγίδα

στον ώμο μου ακούμπησε απρόσμενα ένα φύλλο

σε μια στιγμή όταν τόνοιωσα γύρισα και το είδα

αφού ο χυμός εστέρεψε άλλο δεν έχει ζήλο

η δύναμή του τέλεψε,  σπάει του το κοτσάνι

τρέχει  ο  διαβάτης, βροντάει μιά φωτεινιά λιακάδα να προφτάνει                                                                                                                  

.

 

Μ’ άδεια φαρέτρα κυνηγώ έναν σκοπό

χοχλάζει η ώρα καρτεράω τον ατμό

μεσ’ την νυχτιά πλανιέσαι αστέρι μου λαμπρό

μα εγώ είμαι εδώ,για να σε δώ

έχω το φώς σβηστό

 

‘Όλα διεκδικούν με μια προαίρεση

ο κισσός,να μην ακουμπά στο έδαφος

πλάι στην μουριά…δεν λιάζεται ..να θεραπεύεται στον Ήλιο..

και εμέ ν’αναρριγώ στον Ήλιο, στην κούνια όπως γλυστράω

και κάτι να ....

    κάτι να..με κουνά


 

Κάποτε αντίκρυσα ένα πρόσωπο απελπισμένο

μόνο στην άκρη των χειλιών μία ρυτίδα,

μονάχα αυτή εμαρτύρα,ότι εστέρεψε καί η τελευταία ελπίδα

γιατί τον άλλο κόσμο πού έκτισα τής ατέρμονης φυγής

 ο ίδιος τον κατέστρεψα

καί έτσι τώρα δεν έχω

 μήτε κόσμο μήτε ελπίδα

 

Μια χαραμάδα ειν΄η ηδονή

της λήθης την πόρτα ανοίγεις εσύ

μικρό κορίτσι πού παίζεις στην αυλή

γλυστρούν τα χαλίκια μην τρέχεις πολύ

ιδρώτας,παιχνίδι ,ιδρώτας και φώς

από το στόμα μου ‘εβγαινε του Μάντη ο αχνός

ειν΄τα μελλούμενα θολός υδρατμός,πού

τα εχάραξα

πάνω στο τζάμι

σαν σήματα μόρς  

 

‘’Του Βάγγου’’

Κοιτούσα νότια ,όταν είδα το παιδί ν΄άνεβαίνει στον λόφο

Τα μέρη ήσαν τα ίδια τα γνωστά,σαν διαβασμένα γράμματα ξεχασμένα στο συρτάρι

η καταιγίδα είχε πλέον κοπάσει..

Τρικυμισμένο πέλαγο στον Νού ,άγουρο λάδι η θάλασσα του μικρού Πατραικού

σαν ασπροπούλια πέταξαν τα λόγια τα γραφτά και φτάσαν, εφυσομάνιαξαν της νιότης τα πανιά

κι ας μην τα ορμήνεψες

κοιτούσα νότια όταν είδα ένα παιδί ν’ανεβαίνει στον λόφο

 

 

Χαράματα για σένα βρέθηκα σε τόπο μακρινό

μα την αλήθεια ,οδοιπόρος να σε αναζητώ

 Κι Εδίψασα….

πήγα να πιώ απ' το νερό εκείνο  το μοιραίο

αχ..νάξερες πόσο σού έμοιαζε, το κορίτσι αυτό το ωραίο

σαν ΄ηρθε και με εδρόσισε,πως εκράτα το ποτήρι

την ώρα πού τάχα κοίταγα ,την πιο βαθιά ρωγμή στην οροφή

κελάρυσε το συντριβάνι στην πλατεία

την έσχατη μου ομολογία

(τόσο αληθινή ,όσο του κοριτσιού η γοητεία)

πώς σε είκοσι χρόνια θα σε θυμηθώ

και ποιος ξέρει ..ίσως μια μέρα να σε ξανάβρω

 

Ένα βιβλίο, το έχω χάσει

είχα έναν φίλο πού πιά δεν ζεί

Από μια εποχή πού έχω ξεχάσει

 τον εφωνάζαν Σοφοκλή

Ρεμπώ , μπακούνιν , Νάπολι, Τζάνις τζόπλιν και Σουλτσάβα

Αν ήντουσαν ηφαίστιο θάλειωναν σαν την λάβα

 

Ένα παλληκάρι σκεπτικό στα είκοσιτρία

καθόταν σκεπτικό στ’ αμάξι του, παρκαρισμένο στα τείχη

έξω απ’ την Τροία..

και βέβαια ,τι κι αν το πίστευε αυτό ,δεν έπαυε να είν’ μια φαντασία

κάτι πού μέσα του ήξερε καλά και τόχε για παιχνίδι

πως όλοι οι φίλοι επίστευαν

ότι φευγάτος ήταν ήδη..

και όταν τον έπιανε του φόβου η βράση

απ΄όλους μόνο ο Σώτος ΄ρχότανε

και τούλεγε

μείνε, μείνε σ’αυτήν την φάση

 

Δυό φίλοι απέναντι σε μια σκακιέρα

Με το αριστερό χέρι στηρίζει ο ένας το πηγούνι κι ο άλλος βλοσυρά κοιτάζει εμπρός το πιόνι

Είναι η ώρα του να παίξει

γιαυτό δεν στηρίζεται..σκέπτεται

ενώ ο άλλος περιμένει την ατέλειωτη παρτίδα

θρύψαλα γίναν όλα..εμείς..η σκακιέρα

και το πιόνι σκόνη

έφυγες προτού να σε νικήσω

έχασα

κι ακουμπώ το χέρι στο πηγούνι

κι ‘ολο νοσταλγώ

 

Μεγάλο φεγγάρι σε λίγο θα φέξει

Και μετά λόγια ,τραγούδια και γιορτή

γιά τα παρόντα και τα μελλούμενα

τα πρόσωπα φαντάζουν θαμνώδη στις φωτιές πού κοπάζουν

η αρμύρα ταξιδεύει, η τύχη αναδεύει

τα σύννεφα γλυστρούν στον ουρανό πού γελάει

ψηλά από το παιδί πού κυλάει

για ‘κεί πού το παν

σφιχτό ρουλεμάν